Ναυτική - Ξυλοναυπηγική Ορολογία

η οποία απαντάται στην ιστοσελίδα

Ανόδια: τεμάχια ψευδαργύρου, τοποθετημένα στα ύφαλα ενός πλοίου, τα οποία προστατεύουν τα μεταλλικά μέρη του σκάφους από ηλεκτρόλυση, υπό την προϋπόθεση ότι αυτά, (τα μεταλλικά μέρη) θα είναι γειωμένα με τα ανόδια.

Αράπης: Τριγωνικό ιστίο της κατηγορίας των φλόκων, αλλά με μάτσα στο κάτω μέρος του, ώστε να κινείται δεξιά - αριστερά μόνος, χωρίς την μεσολάβηση ανθρώπου.

Αρμαδώρος: ο τεχνίτης που ασχολείται με την αρματωσιά.

Αρματωσιά: ο εξαρτισμός ιστιοφόρου πλοίου. Ιστία, κατάρτια, ξάρτια, σκοινιά, μακαράδες, κ.λ.π.

Αρμοκάλυπτρο: ξύλινο πηχάκι για την κάλυψη (κρύψιμο) των αρμών, κυρίως για αισθητικούς λόγους. Σε ορισμένες περιπτώσεις όμως και για λόγους στεγανοποίησης.

Αρόδου: πλοίο αγκυροβολημένο σε κάποια απόσταση από την ακτή, χωρίς να είναι δεμένο στη ξηρά.

Βάζα: ξύλινη κατασκευή για την ανέλκυση και καθέλκυση σκαφών στα παραδοσιακά Ναυπηγεία (Καρνάγια, Ταρσανάδες).

Βελόνια: μεταλλική κατασκευή, αντίστοιχη με τους μεντεσέδες μιας πόρτας, με τα οποία, το πηδάλιο (τιμόνι) συνδέεται με το σκάφος. Συνήθως ορειχάλκινα, τα τελευταία χρόνια, ενιοτε και ανοξείδωτα.

Γαΐτα: παραλλαγή μικρού τρεχαντηριού.

Εργάτης: (βαρούλκο αγκύρας, ή πόμπα, ή βίντσι), ο μηχανισμός με τον οποίο γίνεται η πόντιση και ανέλκυση της άγκυρας, η των αγκυρών του σκάφους διαμέσου των προσδεδεμένων σε αυτές αλυσίδων.
Υπάρχει ως εκδοχή, χειροκίνητος, ηλεκτροκίνητος και ηλεκτροϋδραυλικός.

Έρμα: (σαβούρα), τα βάρη που τοποθετούνται στον πυθμένα ή στην καρένα των σκαφών ώστε να αυξηθεί η ευστάθεια τους. Συνήθως είναι μεταλλικά (σίδερο ή μολύβι) ή σπανιότερα από τσιμέντο. Ιδιαίτερη σημασία έχει το έρμα, εάν πρόκειται για ιστιοφόρο.

Ζουμπάρισμα: η διαδικασία κατά την οποία τα καρφιά ωθούνται, με (αιχμηρό) μυτερό εργαλείο το όποιο κτυπιέται με σφυρί, ώστε το καρφί να εισχωρήσει βαθύτερα της επιφανείας του ξύλου.

Ζωνάρι: διαμήκης πήχης, με καμπυλότητα, πρόσθετος του πετσώματος, κάτω από το τρυπητό, στο ύψος του καταστρώματος. Συνήθως βάφεται με διαφορετικό χρώμα από το πέτσωμα.
Επίσης ζωνάρι λέγεται και ο κυρτός πήχης που προστίθεται εξωτερικά της κουπαστής.

Θαλασσομάχος: Αλυσίδα ή συρματόσχοινο ή και συνδυασμός τους, που ενισχύει την στερέωση του μπαστουνιού. Τοποθετείται στην άκρη του και καταλήγει στο ποδόσταμο της πλώρης.

Ιρόκο: (Chlorophora Excelsa και C. Regia), δένδρο το οποίο φύεται σε όλη την τροπική ζώνη της Αφρικής.
Όταν είναι φρεσκοκομμένο έχει χρώμα ανοικτό κίτρινο έως ανοικτό καφέ αλλά γρήγορα σκουραίνει σε ένα ομοιόμορφο καφέ. Εκτεθειμένο σε εξωτερικές συνθήκες, όπως είναι στην περίπτωση που είναι τοποθετημένο σε κατάστρωμα σκάφους, το χρώμα του ξανοίγει και μοιάζει με τικ.
Έχει μέση πυκνότητα 0,64 (648 κιλά/μ³). Σχεδόν όση έχει και το τικ.
Δεν έχει τη χαρακτηριστική λαδωμένη υφή του τικ ούτε τη μυρωδιά του.
Τέλος, δεν έχει την αντοχή του τικ ιδίως αν είναι εκτεθειμένο και άβαφο, τότε σε αυτή την περίπτωση ανοίγει.

Καβαλάρης: το δεύτερο μαδέρι του πετσώματος ξεκινώντας από την καρένα, εφαπτόμενο του καβαλάρη.

Κάθισμα πλοίου: η προσάραξη ενός πλοίου σε αβαθή ύδατα.

Καλαφάτης: ο τεχνίτης που ασχολείται με το καλαφάτισμα.

Καλαφάτισμα: μεταξύ των αρμών των ξύλων σφηνώνεται ένα βαμβακερό φυτίλι που εν συνεχεία εμποτίζεται με μίνιο, στοκάρεται και τελικά βάφεται με λαδομπογιά. Η διαδικασία αυτή έχει ως αποτέλεσμα την στεγανοποίηση του κουφαριού.
Η εργασία αυτή γίνεται από ένα ειδικό τεχνίτη που ονομάζεται καλαφάτης.

Καμάρια: (ζυγοί), δομικά μαδέρια, αναλόγου μεγέθους, συνήθως με μικρή κυρτότητα, τα οποία, καρφώνονται στους αντικριστούς νομείς, στο ύψος του καταστρώματος.
Επάνω στα καμάρια καρφώνονται τα σανίδια που αποτελούν το κατάστρωμα.

Καπόνι: Μεταλλικό ή ξύλινο, κυρτωμένο (συνήθως) δοκάρι, εφοδιασμένο με τροχαλίες για την ανάρτηση βάρκας ή άγκυρας από την θάλασσα, στο ύψος του καταστρώματος. Στερεωμένο στο κατάστρωμα, εξέχον προς την θάλασσα.

Κατακάρφωμα: προστίθενται νέα καρφιά στα μαδέρια του πετσώματος για να ενισχύσουν το δέσιμό τους με τους νομείς (στραβόξυλα) όταν τα παλαιά καρφιά έχουν υποστεί φθορά από λόγω οξείδωσης. Στη συνέχεια τα νέα καρφιά ζουμπάρονται (ωθούνται), με αιχμηρό εργαλείο, τον ζουμπά, ώστε να εισχωρήσουν πιο βαθιά από την επιφάνεια του ξύλου. Τέλος στοκάρονται και βάφονται.

Καταρράκτης: μεγάλη πριονοκορδέλα, για κοπή κορμών δένδρων και μεγάλων δοκαριών.

Κόντρα καρένα: μεγάλο διαμήκες ξύλο που έχει το ίδιο πλάτος με την κυρίως καρένα. Τοποθετείται κάτω απ’ αυτή καθ’ όλο το μήκος της για επιπλέον προστασία.

Κουβούσι: το ξύλινο πλαίσιο ,γύρω από άνοιγμα καταστρώματος, προκειμένου να εμποδίζεται η εισαγωγή υδάτων.
Το άνοιγμα μπορεί να έχει γίνει για την δημιουργία εισόδου στο αμπάρι, φωταγωγού η σπιράγιου. Αν πρόκειται για αμπάρι, στο κουβούσι τοποθετείται καπάκι, αν πρόκειται για σπιράγιο, αυτό εγκαθίσταται στην εξωτερική πλευρά του κουβουσιού.

Κόφα ή θωράκιο ιστού: Ξύλινη κατασκευή, συνήθως καφασωτή, ενσωματωμένη με τους σταυρούς των καταρτιών. Παλαιότερα χρησίμευε ως παρατηρητήριο από κάποιο ναύτη (οπτήρα).

Λούρος: οριζόντιο (παράλληλο στην καρένα) μαδέρι, πριν την κουπαστή, το οποίο καρφώνεται στους νομείς (στραβόξυλα), στον μπακαλάρη και στους τάκους. Έτσι όλα τα ξύλα δένονται μεταξύ τους.

Μπάζα: χρησιμεύει σε διάφορες περιπτώσεις, για κάποια ενίσχυση η ακόμα και ως αρμοκάλυπτρο η διακοσμητικό στοιχείο.
Στην περίπτωση της “Φανερωμένης” είναι το διαμήκες μαδέρι, στο εσωτερικό του σκάφους, το οποίο είναι βιδωμένο, στο κουβούσι, στα καμάρια και στην πικεριά. Σκοπός είναι να ενισχύσει το δέσιμο μεταξύ τους, των ανωτέρω ξύλων.

Μπακαλάρης: το ξύλο που βρίσκεται κάτω από την κουπαστή καθ’ όλο το μήκος της, προσαρμόζεται δε με ανάλογα δόντια στους νομείς και καρφώνεται σε αυτούς.

Μπαλαούρο: αποθήκη πλοίου. (στα πολεμικά πλοία, επίσης χώρος που ετίθεντο σε περιορισμό οι τιμωρημένοι)

Μπουλμές: (φρακτή, ή διάφραγμα), εγκάρσιο χώρισμα του κύτος, στο εσωτερικό του σκάφους.

Μπουντέλια: πάσσαλοι στήριξης του σκάφους όταν αυτό βρίσκεται στην ξηρά.

Νομείς: ( Στραβόξυλα, πόστες), δομικά, κυρτά δοκάρια, αναλόγου διατομής τα οποία σχηματίζουν τον σκελετό των πλευρών του σκάφους.
Στο κάτω μέρος τους, εφαρμόζουν κάθετα στην καρένα, στο επάνω μέρος τους εφαρμόζουν, κάθετα στην κουπαστή. Καρένα, νομείς και κουπαστή αποτελούν τον βασικό σκελετό του σκάφους.
Στους νομείς καρφώνονται (η βιδώνονται) τα μαδέρια που αποτελούν το πέτσωμα του σκάφους, δηλαδή το εξωτερικό του περίβλημα.

Όκι: άνοιγμα από το οποίο διέρχεται η αλυσίδα της άγκυρας.

Ορθοσταφνιά: το πλάνισμα ενός ξύλου να είναι τελείως ευθεία.
(έκφραση των καραβομαραγκών)

Πανιόλα : ξύλινα πατώματα, στο εσωτερικό του σκάφους, τα οποία δεν είναι καρφωμένα η μόνιμα στερεωμένα. Είναι τοποθετημένα έτσι ώστε να εφαρμόζουν και εύκολα να μετακινούνται για να είναι εύκολα επισκέψιμος ο χώρος των σεντινών.

Πέραμα (κλασσικό Ελληνικό σκαρί): τα παραδοσιακά φορτηγά ξύλινα πλοία μέχρι τη δεκαετία του 1960, όταν δεν υπήρχαν ferry boat για να μεταφέρουν εμπορεύματα στα νησιά. Ήταν ιστιοφόρα με διαφόρων τύπων ιστιοφορίες.

Πικεριά: διαμήκες μακρύ ξύλο, καρφωμένο η βιδωμένο κάτω από τα καμάρια, για ενίσχυση της στερέωσης τους.

Ποδόσταμο: (πλωριό και πρυμιό), δομικά δοκάρια, προεκτάσεις της καρένας, στη πρύμνη και στη πλώρη ίσια ή κυρτά. Αποτελούνται από διαφορετικό δοκάρι από αυτό της καρένας, σχεδόν κάθετα της, έχουν δε το ίδιο πάχος με αυτήν. Στο ποδόσταμο της πρύμης στερεώνονται τα βελόνια, στα οποία στηρίζεται (αναρτάται) το τιμόνι.

Ραμποτέ: σανίδες πλανισμένες, κατά το μήκος των οποίων , από την μια πλευρά τους έχουν κάποια εξοχή ενώ από την άλλη πλευρά τους έχουν αντίστοιχη προεξοχή , έτσι ώστε η πλευρά της μιας να θηλυκώνει στην πλευρά της άλλης, αφήνοντας όμως ένα μικρό κενό μεταξύ τους.

Ράντα: παραδοσιακό τραπεζοειδές (τετράπλευρο) πανί - όχι όμως τετράγωνο. Η μια κάθετη πλευρά του είναι δεμένη στο κατάρτι, η άνω του πλευρά είναι δεμένη στο πίκι και το κάτω μέρος του είναι δεμένο στην μάτσα (ράντα η μπούμα).

Σεντίνες: το κατώτατο διαμέρισμα του σκάφους, στο οποίο συναντώνται οι δυο πλευρές του. Στο χώρο αυτό καταλήγουν οποιαδήποτε ύδατα έχουν εισχωρήσει στο κήτος. Τα ύδατα αυτά ονομάζονται σεντινώνερα και έχουν χαρακτηριστική δυσοσμία.

Σκάτσα: βάση, συνήθως ξύλινη, στερεωμένη στο σωτρόπι ,στην οποία εδράζεται το κάτω μέρος του καταρτιού.

Σκούνα (από την Αγγλική λέξη schooner) - (Επιδρομίς – Λόβερ, δικάταρτο ιστιοφόρο): ιστιοφόρο με δυο κατάρτια (ενίοτε και περισσότερα) από τα οποία το πρυμνιό κατάρτι είναι λίγο ψηλότερο από το πλωριό.
Στην παραδοσιακή εκδοχή του, τα κύρια πανιά είναι ιστιοφορίας Ράντας (Gaff-rigged).

Σπιράγιο: (υπερστέγασμα), σχετικά μικρή κατασκευή στο κατάστρωμα, η οποία δεν καταλαμβάνει όλο το εύρος του καταστρώματος , σε ανιθεση με την υπερκατασκευή, η οποία καταλαμβάνει όλο το εύρος του καταστρώματος.

Στρίτσιο: χώρος, στην πλώρη του σκάφους, κάτω από το κατάστρωμα, στον οποίο αποθηκεύεται η αλυσίδα της αγκύρας.

Σωτρόπι: μεγάλο διαμήκες ξύλο, παράλληλο με την καρένα στο εσωτερικό μέρος του σκάφους και καθ’ όλο το μήκος του.

Τζαβέτες: μεγάλες περαστές βίδες που ενώνουν την καρένα με τους νομείς (στραβόξυλα) και το σωτρόπι.

Τουρέλο: το εφαπτόμενο μαδέρι, του πετσώματος, στην καρένα.

Υπερστέγασμα: (Σπιράγιο), σχετικά μικρή κατασκευή στο κατάστρωμα, η οποία δεν καταλαμβάνει όλο το εύρος του καταστρώματος , σε ανιθεση με την υπερκατασκευή, η οποία καταλαμβάνει όλο το εύρος του καταστρώματος.

Φάλκα: οριζόντιο πορτάκι, το οποίο κινείται σε οδηγούς και σύρεται
μπρος – πίσω.
Σε συνδυασμό με ένα κάθετο πορτάκι, αποτελεί την είσοδο στο εσωτερικό του σκάφους.

Φωτιά: το ξύλινο κουφάρι καίγεται με καμινέτο, ώστε να σκοτωθούν οποιοιδήποτε μικροοργανισμοί έχουν εισχωρήσει στο ξύλο και να αφαιρεθούν όλα τα παλιά χρώματα και οι στόκοι.